αἰγείρων

αἴγειρος
black poplar
fem gen pl

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αιγειρών — αἰγειρὼν ( ῶνος), ο (Α) [αἴγειρος] δάσος από αιγείρους, από λεύκες …   Dictionary of Greek

  • αἰγειρῶνα — αἰγειρών poplar grove masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Галльский язык — Страны: Галлия Вымер: VI век …   Википедия

  • BERNICE — Βερνίκη, Graecis recentioribus electrum est; unde nomine factô iuniperi gummi Vernicem hodie appellant Galli: nam et candidum est electrum et cereum et fulvum. Utuntur autem eô gummi pictores ad illuminandos colores. Bernice vero ex Beronice,… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • RADAUNUS seu RODAUNUS — amnis Germaniae, qui, Dantiscum praeterlapsus, sub ipsis oppidi moenibus, tertiô a mari milliari in Vistulam fluv. influti. Η᾿ριδανὸν, iudice Cluveriô, vocat Herodotus, qui ait, in extremis Europae finibus, Η᾿ριδανὸν καλέεςθαι πρὸς βαρβάρων… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • αιγείρου θέα — Αρχαία έκφραση, που σήμαινε την παρακολούθηση των δημόσιων θεαμάτων από το ύψος των αιγείρων (λευκών), που βρίσκονταν γύρω από το θέατρο. Την εποχή που οι θεατές πλήρωναν δικαίωμα εισόδου στο θέατρο, η θέση στη λεύκα στοίχιζε φθηνότερα …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.